Απόκριες στις γειτονιές των Αθηνών… στα τέλη του 19ου αιώνα

Η περιφορά της Γκαμήλας στους δρόμους των Αθηνών.

Η περιφορά της Γκαμήλας στους δρόμους των Αθηνών.

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς.

«Το γέλοιο είπε μέγας φιλόσοφος είναι το μόνον διακριτικόν του ανθρώπου από του ζώου. Ας δείξωμεν λοιπόν οι Αθηναίοι ότι ξεύρομεν να γελώμεν: Ο εστί μεθερμηνευόμενον: ότι δεν είμεθα ζώα!», έγραφε ο δημοσιογράφος Βλάσης Γαβριηλίδης το 1889 συμπληρώνοντας «Η ευθυμία είναι δύναμις την οποίαν όλοι παραγνωρίζομεν. Η σκυθρωπότης είναι προσωπείον βλακείας» «Το Καρναβάλι των Αθηνών δύναται να γίνη ονομαστόν εις την Ανατολήν και να προσελκύη δεκάδας χιλιάδας ξένων και επαρχιωτών η πόλις μας κατά τας ημέρας ταύτας», επιχειρηματολογούσε άλλη εφημερίδα, η οποία με πρωτοσέλιδα δίστηλα παρουσίαζε την αποκριάτικη κίνηση στους κεντρικούς δρόμους, στις γειτονιές, αλλά και τα σπίτια. Ιδιαίτερα την κίνηση στις γειτονιές της πόλης (Πλάκα, Ψυρρή, Ακρόπολη, Άγιο Φίλιππα, Βάθεια κ.ά.), όπου ο πραγματικός λαός, «και εννοούμεν τον αληθή λαόν, ουχί δε τους πτωχοαλαζόνας, τους πιθηκίζοντας τον ευρωπαϊσμόν», διασκέδαζε απολαμβάνοντας ήσυχα τις Αποκριές του χωρίς να ασχολείται με κείνους που προσπαθούσαν να πείσουν «ότι δυστυχεί, ότι υποφέρει εκ στερήσεων, πείνης, λιμού, λοιμού, αυχμού, καταποντισμού κ.λπ.»!

Το άρμα του βασιλιά καρνάβαλου.

Το άρμα του βασιλιά καρνάβαλου.

Αλλά τι συνέβαινε στις γειτονιές αυτές τις αποκριάτικες ημέρες στα τέλη του 19ου αιώνα; Από τις δέκα το πρωί μέχρι τη δύση του ηλίου επίδοξοι καρναβαλιστές τριγυρνούσαν στους δρόμους ακολουθούμενοι από πλήθος περιέργων. Περικλέτοι μπαγλάρωναν αλύπητα ποικιλόμορφους Φασουλήδες. Γκαμήλες χοροπηδούσαν κωμικά. Σχοινοβάτες και παλιάτσοι με μουντζουρωμένα πρόσωπα επιδείκνυαν την ευκαμψία των μελών τους στη μέση του δρόμου. Λίγες καρέκλες, δύο ή τρία τραπέζια από κοντινά καφενεία ή σπίτια, βαλμένα το ένα πάνω στο άλλο, χρησίμευαν πρόχειρα για την επίδειξη της σχοινοβατικής επιτηδειότητάς τους. Τριγύρω ευρύς κύκλος θεατών, κυρίως από παιδιά της γειτονιάς και νεαρούς. Τα παράθυρα και τα μπαλκόνια των σπιτιών γεμάτα γυναίκες και κορίτσια. Όταν τελείωνε το θέαμα, ο παλιάτσος περιερχόταν με τον δίσκο του, μαζεύοντας πεντάρες που έπεφταν ως χάλκινη βροχή από ψηλά.

3

Ο υπαίθριος θίασος του Π. Θεοδοσίου και το κάρρο του.

Πιο θορυβώδης απ’ όλους ο Περικλέτος, με τις συνήθεις ευφυολογίες του και την τάση να ξυλίζει άγρια όποιον του ζητούσε χρήματα, προκαλώντας ακράτητα γέλια. Αφού ευχόταν «και του χρόνου», το κάρρο πάνω στο οποίο ήταν στημένη η σκηνή, συρόμενο συνήθως από κάποιον ισχνό ημίονο και πάντα έχοντας πίσω του ομάδα παιδιών που θορυβούσε και αλάλαζε, απομακρυνόταν για να σταματήσει εκατό βήματα παρακάτω και να επαναλάβει την ίδια σκηνή.
Τα απειράριθμα κλειδοκύμβαλα (:πιάνα) και οι «πολυόργανοι μουσικαί» μόλις επέτρεπαν πλέον στους περαστικούς «εις καμμίαν εσχατιάν της πόλεως» να ακούσουν τη μονότονη, αλλά γλυκιά φωνή της εργάτριας. Εκείνης που τραγουδούσε το παλιό τραγούδι της Αττικής: Σαν της Πεντέλης το νερό / Που πάει ρέμα-ρέμα / Έτσι να πάη το αίμα του / που λέει κακό για σένα.

Η Γκαμήλα

Η Γκαμήλα

Το αποκριάτικο πανηγύρι στηνόταν πάντα νωρίς, πολλές φορές και από τον Δεκέμβρη του προηγούμενου έτους. Έριζαν οι κάτοικοι της οδού Κοραή με τους κατοίκους του Συντάγματος, αφού ο καθένας ήθελε να απολαμβάνει το θέαμα από το σπίτι του, ενώ τυχόν επίσκεψη του βασιλιά αποτελούσε το μεγαλύτερο κοσμικό γεγονός. Και τα σκωπτικά σχόλια του Τύπου ανέφεραν: «Εν τω μεταξύ να ιδούμε τι λένε οι κάτοικοι της πλατείας… Ψυρρή»!
Μια τέτοια περιγραφή των αποκριάτικων προετοιμασιών στις αυλές του Ψυρρή, η οποία μάλλον αποδίδει το κλίμα που επικρατούσε στα φτωχικά χαμόσπιτα και τις αυλές τους, είναι και η παρακάτω: «Μία μάνδρα επί της οποίας οι απολυμανταί έχουν σύρει βουρτσιές ασβέστου, γκρεμισμένη από δύο μέρη, με μίαν πόρταν τρισαθλίαν. Εις τα ενδότερα του περιβόλου κάποιος όμιλος λερωμένων και κουρελιασμένων ανθρώπων κινείται. Ένας εξ αυτών κρατεί μεγάλα μουντζουρωμένα χειρόγραφα και αναγινώσκει. Μία κεφαλή, η οποία είνε αδύνατον να εννοήση κανείς εις ποίον θηρίον ανήκει, πάντως όμως κεφαλή θηρίου προϋπάρξαντος μισοσκεπάζεται από μίαν λινάτσαν εις τον τοίχον. Μη φοβείσθε είνε γκαμήλα. Προπαρασκευή γκαμήλας διά τας Απόκρεω. Παρακάτω γυμνάζεται ο θίασος. Οι ηθοποιοί του κάρρου άφησαν το χασισοποτεϊον και εμαζεύθησαν εις την μάνδραν…
Εν τω μεταξύ, όλαι αι οικογένειαι αι κατοικούσαι μέσα εις την μάνδραν, βγαίνουν από τας τρύπας των και τινάζουν εις τον ήλιον αμυθήτου ρύπου παπλώματα. Κόττες, σκυλιά, ένας γάϊδαρος, μία κάτισχνος γίδα, γάτες, αναμιγνύονται εις τας δοκιμάς. Οι άγνωστοι ηθοποιοί εξακολουθούν να παρασκευάζουν μέσα εις την μάνδραν τον οίνον της χονδρής αστειότητος, ο οποίος θα χυθή αύριον εις τους δρόμους και θα μεθύση τα πλήθη».
Το απόγευμα, όσο ακόμη κρατούσε ο ήλιος, έβγαιναν για περιπάτους «πολυπληθείς συντροφίαι υπηρετριών». Καθαρές, κομψές, γυαλιστερές, έπαιρναν γελώντας την άδειά τους για να δουν τους μασκαράδες. Ή να ακούσουν τον Θεοδοσίου να απαγγέλλει το άτεχνο δίστιχό του: Πολλοί μου λέγουν πως πάσχω / Κι’ όμως έγω είμαι καλλίτερος ποιητής από τον Παράσχο! Και συνέχιζε πάνω στο κάρρο του: «Άνοιξε το Τριώδιον και ήλθεν η αποκρηά / Και χαίρεται η νέα, αναστενάζει η γρηά, / και γω πάνω στο κάρρο μου κρυώνω για την τύχη μου / και κρύοι και αποκρύοι και φέτο θάναι οι στίχοι μου. / Άνοιξε το Τριώδιον δεν έχουμε παρά / κι’ η δόλια η κοιλίτσα μας παίζει τον ταμπουρά / Άνοιξε το Τριώδιον παντού φωνές κι’ αντάρα / Και το «Κορδόνι» κι η «Εληά» δεν δίνουνε δεκάρα / γι’ αυτό λοιπόν θα σας το πω κ’ γω μια ώρα αρχήτερα /πως ήταν κάθε πέρσι και καλλίτερα!» προειδοποιώντας άπαντες: «Και εφέτος λοιπόν θα έχωμεν οικονομίαν / Ήγουν θα εναποταμιεύσωμεν δραχμήν μίαν / Και θα ζήσωμεν ανέτως / Ως μασκαράδες όλον το έτος».

Σκίτσο της αποκριάτικης εξέδρας της οδού Κοραή.

Σκίτσο της αποκριάτικης εξέδρας της οδού Κοραή.

Ο Τίμος Μωραϊτίνης δεν άφηνε ασχολιαστό ότι «ήσαν η χαρά της γειτονιάς, το γλέντι του φτωχόκοσμου, το χαμόγελο του έρημου δρόμου, αλλά και του κοσμικού κέντρου ακόμη η ευθυμία. Ο Θεοδοσίου, αν και δεν ήταν αρχηγός σχολής, είχεν, εν τούτοις, οπαδούς». Όταν βράδιαζε, η κίνηση στις γειτονιές αραίωνε, αλλά δεν σταματούσε. Παρέες μασκαράδων περνούσαν από σπίτι σε σπίτι, μερικοί φορώντας περίεργες ενδυμασίες, με πιο εντυπωσιακές πάντοτε τις «βλάχες», οι οποίες φορούσαν τις λαμπρές παραδοσιακές ελληνικές φορεσιές. Στους δρόμους άναβαν συχνά φωτιές και τριγύρω μαζεύονταν παιδιά, προκαλώντας ζωηρότητα στις απόκεντρες γειτονιές. «Το βράδυ εκάπνιζαν αι ρητινώδεις πυραί προ των οινοπωλείων των αποκέντρων συνοικιών, αναγκάζουσαι τας γυναίκας της γειτονίας μέχρι βαθείας νυκτός να κάθηνται εν τη εξωθύρα συνδαυλίζουσαι την πυράν και αναμένουσαι να ίδουν καμμίαν παρέλασιν μασκαράδικης παρέας γυναικών και ανδρών, οίτινες υπό τα δόμινα, ή τα λευκά σινδόνια και τας πετσετίνους τιάρας φέροντες μεθ’ εαυτών και την απαραίτητον κιθάραν μετέβαινον εις τους φιλικούς οίκους προς διασκέδασιν», περιέγραφαν οι εφημερίδες.
Οι παρέες λιγόστευαν και τα οινοπωλεία έκλειναν, αλλά παρέμεναν ανοιχτά τα ζυθοπωλεία, γεμάτα από θαμώνες μέχρι τη βαθιά νύκτα. Θορυβώδη τραγούδια και γέλια ακούγονταν στη συνοικία της Νεάπολης, όπου κατοικούσαν ως επί το πλείστον φοιτητές, οι οποίοι γυρνούσαν στους δρόμους μεταδίδοντας την ευθυμία τους. Δεν ήταν λίγοι και εκείνοι που συναθροίζονταν στο δωμάτιο ενός συμπατριώτη τους και διασκέδαζαν όλο το βράδυ. Οι βραχνές από το τραγούδι και την οινοποσία φωνές τους ακούγονταν μέχρι τον δρόμο…

ΠΗΓΕΣ – ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
Είναι γνωστό πως το μεγαλύτερο μέρος των δημοσιεύσεων στην εφημερίδα μας αλλά και στον ιστότοπο www.mikros-romios.gr στηρίζεται σε αδημοσίευτες πηγές και είναι προϊόν πρωτογενούς έρευνας.
Επειδή δεν είναι δυνατόν να παρατίθενται παραπομπές, λόγω του δημοσιογραφικού χαρακτήρα των δημοσιεύσεων, οι ερευνητές που επιθυμούν να εντρυφήσουν περισσότερο στα δημοσιευόμενα θέματα μπορούν να επικοινωνούν με το Τμήμα Αρχειακών Μελετών του «Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών - Ιδρύματος Βούρου-Ευταξία» (Tηλ: 210-3426833 και 210-3231397) ή ηλεκτρονικά (info@mikros-romios.gr), ώστε να ενημερώνονται για παραπομπές ή να συλλέγουν συμπληρωματικές πληροφορίες.