Ο Προϋπολογισμός του Καποδίστρια και τα «Δάνεια της Αγγλίας» που ήταν δυσβάσταχτα
Ο δεύτερος Προϋπολογισμός της χώρας καταρτίσθηκε από τον Καποδίστρια περίπου έναν χρόνο μετά την έλευσή του στην Ελλάδα, τον Ιούλιο 1829. Ο Κυβερνήτης κατέστρωσε τρεις λογαριασμούς. Ο ένας προς τους αντιπροσώπους των Δυνάμεων, οι οποίοι ήδη καιροφυλακτούσαν για να μπορούν να εισπράττουν τα οφειλόμενα από τα δάνεια που είχαν συναφθεί και σπαταληθεί αλόγιστα. Ο δεύτερος ήταν ο ισολογισμός των τακτικών και εκτάκτων εσόδων και εξόδων της χώρας από τότε που είχε αναλάβει ο ίδιος μέχρι τον Απρίλιο 1829.
Ο τρίτος λογαριασμός ήταν ο πραγματικός Προϋπολογισμός, ο οποίος ονομαζόταν «Υποθετικός λογαριασμός εσόδων και εξόδων της Επικρατείας» και αφορούσε την περίοδο Μάιος 1829-Απρίλιος 1830. Τα έσοδα εμφανίζονταν να ανέρχονται σε 31.589.705 γρόσια και τα ελλείμματα σε 12.598.014 γρόσια. Τα έσοδα από φορολογία εντός της χώρας δεν ξεπερνούσαν τα 13.000.000 γρόσια. Τα υπόλοιπα ήταν βοηθήματα που στέλλονταν στην Ελλάδα, έσοδα από τις χυτεύσεις των κανονιών και την πώληση του ορείχαλκου στο εξωτερικό κ.ά. Ως προς τα έξοδα ήδη η κρατική μηχανή, συμπεριλαμβανομένων και των στρατιωτικών αναγκών, ξεπερνούσε σε κόστος τα 22,5 εκατομμύρια γρόσια!
Η προσπάθεια του Καποδίστρια να εξασφαλίσει δάνειο ύψους 60.000.000 φράγκων από τη γαλλική κυβέρνηση δεν στέφθηκε με επιτυχία. Εν τω μεταξύ για τα δύο περίφημα «Δάνεια της Αγγλίας» τα οφειλόμενα ποσά ήταν τεράστια και οι τόκοι δυσβάστακτοι. Αρκεί να αναφερθεί πως στις 96.000 λίρες που πλήρωνε η Ελλάδα, οι 80.000 πήγαιναν στους τόκους και μόλις οι 16.000 λίρες για απόσβεση κεφαλαίου! Η ασθμαίνουσα χώρα αρκούνταν στην κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού, κυρίως στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και των ενόπλων, με βοηθήματα που έστελναν οι εστεμμένοι από τη Γαλλία και τη Ρωσία. Παρά ταύτα, ο Καποδίστριας έθεσε τις βάσεις για μια σύγχρονη δημοσιονομική πολιτική.


«Ο Μικρός Ρωμηός» συμπληρώνει εφέτος 130 χρόνια ζωής (1886-2016). Συνεχίζει την πορεία του, έστω και υπό λίαν δυσμενείς συνθήκες. Από τότε που ο Παναγιώτης Θεοδοσίου εξέδωσε το πρώτο φύλλο της μέχρι σήμερα γνώρισε ευτυχείς ημέρες, δυσκολίες, μεγαλεία, διακοπές της κυκλοφορίας του.
«Ο Μικρός Ρωμηός» ποτέ δεν ανήκε στα προνομιούχα έντυπα, αλλά υπηρέτησε πάντα πιστά και με αυταπάρνηση τη γενέτειρά του. Από το 1989 που επανεκδόθηκε, με τη μορφή που έφθασε στις ημέρες μας, πρωτοπόρησε δημιουργώντας νέα παράδοση και εισάγοντας ευρηματικές μεθόδους παρουσίασης του Αθηναϊκού παρελθόντος. 





