Η τραγική φιγούρα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη
Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς.
Εθισμένος στα ναρκωτικά, παρασυρμένος από τα πάθη και τις αδυναμίες του και έχοντας ξεπουλήσει την περιουσία του στα μαύρα χρόνια της Κατοχής, αυτοκτόνησε στις 8 Ιανουαρίου 1944 ο Ναπολέων Λαπαθιώτης. Κηδεύθηκε με έρανο τέσσερις ημέρες αργότερα. Υπήρξε μία αξιόλογη και αινιγματική σελίδα της ελληνικής λογοτεχνίας. Ζούσε ιδιόρρυθμη ζωή, βγαίνοντας μόνον τις νύχτες και γυρίζοντας στο σπίτι του πριν ξημερώσει. Ωραιοπαθής, κυνηγούσε τις εξωτικές ηδονές και δεν απέφευγε τους κακόφημους τεκέδες της Τρούμπας.
Γεννημένος στη χλιδή ως απόγονος παλιάς αρχοντικής οικογένειας. Ο πατέρας του, κυπριακής καταγωγής, έφθασε στο βαθμό του Υποστρατήγου και χρημάτισε για μικρό χρονικό διάστημα Υπουργός Στρατιωτικών και η μητέρα του ήταν ανιψιά του Χαρίλαου Τρικούπη. Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διέθετε μία από τις πλουσιότερες ιδιωτικές βιβλιοθήκες.
Με εξεζητημένες εμφανίσεις, προκλητική συμπεριφορά και τολμηρούς στίχους για παράνομες ηδονές προσπάθησε να μεταφέρει το ευρωπαϊκό πνεύμα του αισθητισμού στη γεμάτη προκαταλήψεις και φόνους ατμόσφαιρα της εποχής, δημοσιεύοντας ταυτόχρονα μανιφέστα ενάντια στην «ποίηση του κατεστημένου». Κάποτε, σε αθηναϊκή εφημερίδα δημοσίευε μεταφράσεις ξένων διηγημάτων. Συγγραφέας ενός εξ αυτών ήταν ο …πασίγνωστος «Baron Letruc de Monfaunom», δηλαδή ο «Βαρώνος Τοκόλπο του Ψευδονόματός μου»! Το διήγημα ήταν του Λαπαθιώτη και είχε επινοήσει έναν συγγραφέα…
Συνεργάστηκε σχεδόν με όλα τα περιοδικά της εποχής του γράφοντας ποιήματα, πεζοτράγουδα, διηγήματα, ενώ δημοσίευε κριτικά άρθρα και μελέτες στο «Ελεύθερον Βήμα». Η ποίησή του είναι ευαίσθητη, με μουσικότητα στίχων, μετρική ποικιλία και αγνή λυρική διάθεση. Το τέλος του ωστόσο υπήρξε τραγικό. Αφού έχασε τους γονείς του, βρέθηκε να περιπλανιέται στους αδιέξοδους δρόμους της ηρωίνης και να εκποιεί σε εξευτελιστικές τιμές την πατρική περιουσία. Ιδιαίτερα τον κατέβαλε ο χαμός της μητέρας του, για την οποία έτρεφε αφάνταστη στοργή. Στο τέλος, έφθασε να ξεπουλά και την αγαπημένη του βιβλιοθήκη και αυτοκτόνησε καταλείποντας μικρό σε όγκο αλλά σημαντικό σε ποιότητα ποιητικό έργο.

«Ο Μικρός Ρωμηός» συμπληρώνει εφέτος 130 χρόνια ζωής (1886-2016). Συνεχίζει την πορεία του, έστω και υπό λίαν δυσμενείς συνθήκες. Από τότε που ο Παναγιώτης Θεοδοσίου εξέδωσε το πρώτο φύλλο της μέχρι σήμερα γνώρισε ευτυχείς ημέρες, δυσκολίες, μεγαλεία, διακοπές της κυκλοφορίας του.
«Ο Μικρός Ρωμηός» ποτέ δεν ανήκε στα προνομιούχα έντυπα, αλλά υπηρέτησε πάντα πιστά και με αυταπάρνηση τη γενέτειρά του. Από το 1989 που επανεκδόθηκε, με τη μορφή που έφθασε στις ημέρες μας, πρωτοπόρησε δημιουργώντας νέα παράδοση και εισάγοντας ευρηματικές μεθόδους παρουσίασης του Αθηναϊκού παρελθόντος. 





