Ο Κύπριος όνος του Εμμανουήλ Μπενάκη
Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Ένα κυπριακό γαϊδουράκι, «Κύπριος όνος», όπως τον ανέφεραν οι εφημερίδες της εποχής, απασχόλησε την ελληνική κοινή γνώμη. Υπουργός Γεωργίας στην Κυβέρνηση Βενιζέλου, τον Ιανουάριο 1911, ήταν ο ευπατρίδης Εμμανουήλ Μπενάκης. Μεταξύ άλλων πρωτοβουλιών αποφάσισε την ανάπτυξη της ημιονοπαραγωγής για να ενισχύσει τον χειμαζόμενο αγροτικό πληθυσμό της χώρας. Όπως ήταν ευνόητο ακολούθησε την παράδοση που ήθελε τα Κυπριακά γαϊδούρια να είναι τα καλύτερα και προπαντός άριστοι επιβήτορες για την αναπαραγωγή του είδους. Κατέβαλε λοιπόν εξ ιδίων –τότε συνέβαιναν και τέτοια– όσα χρήματα απαιτούντο και έδωσε τη σχετική παραγγελία στην Κύπρο.
Ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος ανέλαβε την έμμετρη υποδοχή του ζωντανού:
«Γάϊδαρος φθάνει σοϊλής
και στους δικούς μας τόπους
κ’ ηκούσαμεν την είδησιν
μετά χαράς και θάρρους.
Ευχόμεθα ταχύτατα
να φέρουμε κι’ ανθρώπους,
πούχουμ’ ανάγκη πειο πολλή,―
και όσον για γαϊδάρους!…»
Φαίνεται όμως πως το μάτιασαν το ταλαίπωρο το ζωντανό και το ταξίδι του με το ατμόπλοιο της γραμμής από τη Μεγαλόνησο προς τον Πειραιά ήταν άθλιο. Έφθασε στον Πειραιά με συντετριμμένο το ένα πόδι. «Το πάθημα τούτο ίσως να τον καταστήση ανίκανον διά τα βαρέα καθήκοντα της διαιωνίσεως του είδους», έγραφαν οι εφημερίδες και ο Δημητρακόπουλος έσπευσε να γράψει τον έμμετρο επίλογο:
«Πριν πατήση στο πάτριον χώμα
των γαϊδάρων το γένος να φτιάση
τι περήφανα ο δόλιος εγκάριζε!
Φεύ! Και γάϊδαρος νάσαι ακόμα,
κάποιο πόδι μπορεί να σου σπάση
και …μηδέν προ του τέλους μακάριζε!…»

«Ο Μικρός Ρωμηός» συμπληρώνει εφέτος 130 χρόνια ζωής (1886-2016). Συνεχίζει την πορεία του, έστω και υπό λίαν δυσμενείς συνθήκες. Από τότε που ο Παναγιώτης Θεοδοσίου εξέδωσε το πρώτο φύλλο της μέχρι σήμερα γνώρισε ευτυχείς ημέρες, δυσκολίες, μεγαλεία, διακοπές της κυκλοφορίας του.
«Ο Μικρός Ρωμηός» ποτέ δεν ανήκε στα προνομιούχα έντυπα, αλλά υπηρέτησε πάντα πιστά και με αυταπάρνηση τη γενέτειρά του. Από το 1989 που επανεκδόθηκε, με τη μορφή που έφθασε στις ημέρες μας, πρωτοπόρησε δημιουργώντας νέα παράδοση και εισάγοντας ευρηματικές μεθόδους παρουσίασης του Αθηναϊκού παρελθόντος. 





