To Κολωνάκι στη δεκαετία του 1920 με τις ακαδημίες χορού και το τριφασικό ρεύμα
Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
«Φεύγεις, φεύγεις/ γλυκειά μαυρομμάτα/ κι αν καμμία φορά σε ιδώ/ θάχουν φύγει τα έρημα νειάτα/ άλλη θάσαι και άλλος εγώ…». Έτσι ρομαντικά ένιωθε όποιος έφθανε προπολεμικά στους φωτεινούς δρόμους του Κολωνακίου, που συνδύαζε την παράδοση με την αριστοκρατική μορφή. Προς το μέρος της οδού Κηφισίας είχε ήδη καλλιμάρμαρα μέγαρα, αληθινά παλάτια, όπου κατοικούσαν οι μεγαλοαστοί. «Βίλλες με θαύματα κήπων, ρυθμοί καινούργιοι, πρωτότυποι, παράξενοι, σπίτια βαριά, αρχοντικά γεμάτα μεγαλοπρέπεια».
Προς τους πρόποδες του Λυκαβηττού υπήρχαν σπιτάκια, παλαιά, μικρά, χαριτωμένα αλλά επίσης αρχοντικά. Και στο κέντρο η πλατεία Κολωνακίου, «ο πνεύμων της συνοικίας». Μια πλατεία με πιπεριές, δενδροστοιχίες, παγκάκια αλλά και τραπεζάκια από τα καφενεδάκια της γειτονιάς! Γνήσια αθηναϊκή κίνηση.
Το Κολωνάκι είχε ήδη εκσυγχρονιστεί. Είχε αποκτήσει «τριφασικόν» ρεύμα και «Πάουερ», την τελευταία λέξη της μόδας στη συγκοινωνία. Είχε αποκτήσει ακόμη και «ντάνσινγκ»! Βρισκόταν σε μια γωνιά της πλατείας, με την επιγραφή «Ακαδημία Χορού». «Εκεί μέσα υπό τους ήχους της δαιμονισμένης τζαζ γέρνουν τρυφερές και αιθέριες υπάρξεις στις αγκάλες των δανδήδων και στροβιλίζονται εις την μέθη του φοξ και νοιώθουν την αργή νοσταλγία του ταγκό»! Το 1928 επικρατούσε και το περίφημο «Γιάλε», χορός που είχε κατακτήσει τους πάντες: «Οι κομψεπίκομψοι νεανίαι του Κολωνακίου και τα κραγιοναρισμένα χειλάκια των κομψών σιλουεττών θα καλοπεράσουν».
Τον Οκτώβριο του 1928 η πλατεία επιδιορθωνόταν. Οι διάδρομοι που υπήρχαν περιφράσσονταν, ενώ στη μέση τοποθετούνταν μια κτιστή εξέδρα. Κατεδαφίζονταν τα «δημόσια ανακουφιστήρια» που στεγάζονταν σε παράγκα δημαρχίας Μερκούρη για να γίνουν υπόγεια. «Είναι πολύ αμφίβολο εάν υπάρχει μέσα στην άλλη Αθήνα τέτοια συνοικία», έγραφε με έπαρση ο δημοσιογράφος Δ. Χρονόπουλος, τονίζοντας ότι ήταν «καθαρή, με ασφαλτοστρωμένους δρόμους, με φωτισμό, με νερό, με καθαριότητα και όλα τα κομφόρ»!

«Ο Μικρός Ρωμηός» συμπληρώνει εφέτος 130 χρόνια ζωής (1886-2016). Συνεχίζει την πορεία του, έστω και υπό λίαν δυσμενείς συνθήκες. Από τότε που ο Παναγιώτης Θεοδοσίου εξέδωσε το πρώτο φύλλο της μέχρι σήμερα γνώρισε ευτυχείς ημέρες, δυσκολίες, μεγαλεία, διακοπές της κυκλοφορίας του.
«Ο Μικρός Ρωμηός» ποτέ δεν ανήκε στα προνομιούχα έντυπα, αλλά υπηρέτησε πάντα πιστά και με αυταπάρνηση τη γενέτειρά του. Από το 1989 που επανεκδόθηκε, με τη μορφή που έφθασε στις ημέρες μας, πρωτοπόρησε δημιουργώντας νέα παράδοση και εισάγοντας ευρηματικές μεθόδους παρουσίασης του Αθηναϊκού παρελθόντος. 





